EN CHARGE

ijtima3i

Hip-Hop en Méditerranée #Épisode 3 # De la Grèce à la Casbah
26 mai 2016|El HoumaWizaret El kharidjia

Hip-Hop en Méditerranée #Épisode 3 # De la Grèce à la Casbah

Poème de Nikos Kavvadias. Poete Grec 1910-1975

Mise en chanson par Social Waste, At Utopia’s fiesta, 2013

Kasbah

 

KASBAH
We were heading slowly towards the Kasbah.
My partner was wearing an Algerinean fes.
Oh poetry give me your brightest lyrics
to narrate some dark things.

The slope, very high and steeped,
full of ancient shops and weaponries.
Down there one could see the beach with the ships
and a multilingual crowd that was coming.

Black women, ornamented in white,
noisy Algerineans that were laughing
and sailors from foreign lands wearing
weird caps and tropical clothes.

Old houses, without windows, tall
and sitting on stone steps
old-women as if taken out from hell
rolling the dice and smoking shisha.

Inside divided, dark rooms
on wide and dirty beds,
whites and blacks, with terrible, lightless eyes
without horizon and without skies.

Inside the room ‘Talaat’ a white
body of a woman on a black sofa
in her hands she is skillfully playing with a knife
and is reading a thick, old, book.

She is greeting me with an Arabic verse
and tells me a few words from every language
that were taught to her in the foreign quarters
the sailors that slept with her.

But thenafter she keeps her lips shut.
If you stay –she said- don’t ask my name.
I hate pointless confessions
and men’s pointless warm words.

We stayed without talking till dawn
And when I paid and started leaving,
she held the money in her hand for a moment
and threw it on my face with fury.

And said: If you lived long in the tropics
and read weird books,
you only learned to drive the ships slowly,
bended over the Mercatorian maps.

But the still journey of the prostitutes,
which of you, blind, ever saw it?
The midnight sun always covers it
and the star of some skies unknown to you.

I went out. Outside her door in line
were waiting French, Englishmen, and Senegalese.
And her, closed, playing with her knife
throwing it on the wall this time.

And I head, trembling, with a slow step,
until I reached, thanks to god
from the ancient city of Algiers
to our huge ship that was losing its color.

From the book “Nikos Kavvadias, the diary of a helmsman” Agra publications

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλοπω

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλεία.
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο “Ταλαάτ” ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.

Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλοπωλεία.
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο “Ταλαάτ” ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένκαι μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.

Όμως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες τις εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.

Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.

Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.

Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.

Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.

Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.

Από το βιβλίο «Νίκος Καββαδίας, το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», εκδόσεις Αγρα
 

كنا رايحيين بشوية للقصبه

صاحبي كان لابس طربوش جزايري

يا شعر اعطيني كلماتك المنورة

نحكي شي صوالح مظلامين

كان كاين طلاعية عالية بزاف و مزخرفة

معمرة بحوانيت قدام والسلاح

من التحت تقدر تشوف البحر

بالبوابير والغاشي بكل لغة جايين

نسا سود مزينين بالبيض

جزايريين دايريين الحس يضحكوا

وبحارة من بلدان أخرى لابسين برانس غريبة

وحوايج من التروبيك

ديار قدم، بلا تاقات

طويلة وقاعدة على درجة من الحجر

مرة كبيرة تقول خارجة من جهنم

ترمي لي دي و تتكيف في الشيشة

الداخل كاين بيوت داكنة مقسمة

وعلى مطارح واسعيين و مسخين

كاين ناس بيوضة وسود بعينين قاسيين

ما فيهم النور ولا آفاق ولاسماوات

الداخل في وحد البيت كاين « طلعت« 

جسم بيض تاع مرا على مطرح كحل

في يدها موس تلعب بيه بحرفة

وتقرى كتاب غليظ وقديم

فرحتني ببيت شعري بالعربية

وقاتلي كليمات من كل لغة

علموهالها في حومة البرانيين

البحارة الي ناكوا معاها

بصح من بعد، قعدت ساكتة

الا قعدت قالتليماتسقسينيش اسمي

نكره اعترافات الرجال، اللي ماعندهمش هدف

وكلماتهم الحنينة اللي بلا معنى

قعدنا بلا ما نتكلمو حتى طلع لفجر

وكي خلصتها وبديت نروح

شدت الدراهم في يدها وحد الوقيتة

وارماتهم في وجهي بالزعاف

قالتلي : الا عشت بزاف فالتروبيك

وقريت كتابات غريبة، راك تعلمت برك تسوق بالشوية

مقنبع على خرايط مركاتور

بصح الرحلة الدايمة تاع لقحاب شكون فيكم

يا العومي اللي شافها كاش نهار؟

تغطيها دايما شمس نص الليل والنجوم تاع سموات ما تعرفوهمش

خرجت لبرا ولقيت عند بابها

واقفين بالدالة يستناو

فزنساويين وانجليزيين وسنغاليين

وهي، غالقة، تلعب بالموس ديالها

ترميه هاد الخطرة مع الحيط

رحت، نرعش و نمشي خطوات تقيلة

حتى لحقت، الحمد الله، من مدينة الجزاير القديمة

حتى لبابورنا الكبير اللي بدا يخسر لونه

Nous nous dirigions lentement vers la Casbah

Mon associé portait un tarbouche algérien

Oh poésie donne moi tes plus lumineuses paroles

pour raconter quelques sombres histoires

La rue était en pente très rude

pleine d’anciennes boutiques et d’armes

de là-bas on pouvait voir la mer et les bateaux

et une foule multilingue approchant

Des femmes noires ornées de blanc

Des Algériens bruyants qui riaient

Et des marins de terres étrangères

Portant d’étranges casquettes et des habits exotiques

De vieilles maisons sans fenêtres, hautes

Et, assises sur des escaliers de pierre

De vieilles femmes comme tout droit sorties de l’enfer

Jouant aux dés et fumant la chicha

A l’intérieur, dans des chambres divisées et sombres

Sur de larges lits sales

Des blanches et des noires, avec de terribles yeux obscurs

Sans horizon et sans cieux

A l’intérieur de la chambre, Talaat,

Le corps blanc d’une femme sur un canapé noir

Ses mains jouent habilement avec un couteau

Pendant qu’elle lit un vieux livre épais

Elle me salue avec un vers en arabe

Et me dit quelques mots dans chaque langue

Que lui avaient appris dans les quartiers étrangers

Les marins qui couchèrent avec elle

Mais juste après elle garda ses lèvres closes

Si tu restes, me dit-elle, ne me demande pas mon nom

Je hais les confessions inutiles

Et les paroles chaudes et futiles des hommes

Nous restâmes sans parler jusqu’à l’aube

Et quand je payai et commençai à partir

Elle garda l’argent un instant entre ses mains

Et me le jeta à la figure avec fureur

Et dit: Si tu vivais longtemps sous les tropiques

et lisait d’étranges livres

Tu n’apprendrais qu’à piloter lentement des navires

Penché sur des cartes de commerçant

Mais les journées silencieuses des prostituées

Qui de vous, aveugles, ne les a jamais vu ?

Le soleil de minuit les couvre sans cesse

Et l’étoile de certains cieux inconnus à vos yeux

Je sortis. Devant sa porte atttendaient en file

Des francais, des anglais et des sénégalais

Et elle, fermée, jouant avec son couteau

Le lançant cette fois-ci sur le mur

Et je me dirigeai, tremblant et d’un pas lent

Jusqu’à ce que j’atteigne, grâce à Dieu,

Et depuis l’ancienne ville d’Alger,

notre énorme navire qui perdait sa couleur

aucun commentaire
Partager

Moul el Bache